Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η αυτοκράτειρα Ευδοκία (+ 460) και το μεγάλο μήλο.

Η αγία αυτοκράτειρα Ευδοκία,
 που εορτάζει στις 13 Αυγούστου.
 Εικόνα του 10ου αιώνα.
Το 421 μ. Χ. ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Β’ ο Μικρός παντρεύτηκε την Ευδοκία, την «κάλλους μεν έχουσαν περιτώς, σοφίας δε μετασχούσαν παντοδαπής» (I. Ζωναρά: Επιτομή, 13, 101). Η Ευδοκία ήταν κόρη του φιλόσοφου Λεόντιου απ’ την Αθήνα και πριν βαπτιστεί είχε το όνομα Αθηναΐδα (Πίν. 6).
Δύο χρόνια μετά το γάμο τους, ο Θεοδόσιος (Πίν. 7), ενθουσιασμένος απ’ την ακτινοβόλα προσωπικότητα και τη γοητεία της νεαρής συζύγου του, της απένειμε τον τίτλο της Αυγούστας. Κι ενώ η Ευδοκία ανέβαινε ανεμπόδιστα στα ύπατα αξιώματα του Κράτους, μια ξαφνική συζυγική παρεξήγηση, που η αιτία της ήταν ένα μεγάλο μήλο, την έστειλε εξόριστη στην Παλαιστίνη. Η περίεργη αυτή ιστορία έχει ως εξής:
Μια μέρα, καθώς ο Θεοδόσιος πήγαινε στην εκκλησία, ένας μανάβης του έδειξε ένα τεράστιο μήλο απ’ τη Φρυγία. Ο αυτοκράτορας εντυπωσιάστηκε από το μέγεθος του, το αγόρασε και το έστειλε στην αγαπημένη του Ευδοκία. Εκείνη, όταν το έλαβε, σκέφτηκε να το στείλει στο μάγιστρο Παυλίνο, που το πρωί εκείνο ήταν άρρωστος. Ο Παυλίνος με τη σειρά του, εκτιμώντας την ομορφιά του φρούτου, αποφάσισε να το στείλει στον φίλο του τον αυτοκράτορα. Έτσι, το μήλο, που ήταν δώρο του Θεόφιλου προς την Ευδοκία, ξαναήλθε στον Θεόφιλο σαν δώρο του Παυλίνου. Το γεγονός αυτό δημιούργησε στον αυτοκράτορα την εντύπωση, πως η γυναίκα του τον απατούσε με τον καλύτερο του φίλο και γι’ αυτό, μανιασμένος από ζήλεια και οργή, διέταξε τη δολοφονία του Παυλίνου και την εξορία της Αθηναΐδας - Ευδοκίας στα Ιεροσόλυμα. Εκεί η αυτοκράτειρα πέρασε τα υπόλοιπα 15 χρόνια του βίου της, ως το 460 που πέθανε ψιθυρίζοντας «Είμαι αθώα» (Απ’ το Πασχάλιον Χρονικόν).
Ο Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός (+450),
"ζηλιάρης"συζύγος της Ευδοκίας
ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Βλέπε σχετικές ιστορίες στον Ιστότοπο:
 Υποσέλιδο 03),  Κείμενο 3) "Το ρομάντζο του μήλου" (όρισε
λήψη του).

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Ο Ατσίγγανος, η σκλάβα αρκούδα και τ’ αρκουδάκι της.

του Άγγελου Σικελιανού
……
Μα νά, στην ησυχία αυτή, απ’ το γύρο τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Ατσίγγανος αγνάντια έρχονταν και πίσωθέ του ακλούθααν,
μ’ αλυσίδες συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.
Και να, ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου και μ’ είδε ο Γύφτος,
πριν καλά προφτάσω να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο το ντέφι,
και χτυπώντας το με τόνα χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με
βία τις αλυσίδες.
Κ’ οι δυο αρκούδες τότε στα δυο τους σκώθηκαν βαριά.
Η μία, (ήτανε η μάνα φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο το μέτωπο γαλάζιες,
κι από πάνω μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη ξάφνου τρανή,
σαν προαιώνιο νάταν ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη, με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν Δήμητρα εδώ,
για τον καημό του γιού της πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία
και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι, σα μεγάλο παιχνίδι,
σαν ανίδεο μικρό παιδί, ανασκώθηκε και κείνο, υπάκουο,
μη μαντεύοντας ακόμα του πόνου του το μάκρος και την πίκρα της σκλαβιάς
που καθρέφτιζεν η μάνα στα δυο πυρρά της που το κοίτααν μάτια!
Αλλ’ ως από τον κάματον εκείνη οκνούσε να χορέψει,
ο Γύφτος, μ’ ένα πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας στου μικρού το ρουθούνι,
ματωμένο ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες πριν φαινόνταν πως το τρύπησαν,
αιφνίδια την έκανε μουγκρίζοντας με πόνο να ορθώνεται ψηλά,
προς το παιδί της γυρνώντας το κεφάλι και να ορχιέται ζωηρά.
Και γώ, ως εκοίταζα, τραβούσα έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες στον καιρό,
από αγάλματα κ’ εικόνες, ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.
Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου του πόνου του πανάρχαιου,
όπ' ακόμα δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες ο φόρος της ψυχής.
Τι ετούτη ακόμα ήταν κ’ είναι στον Άδη.
Και σκυμμένο το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Μα ως τέλος ο Ατσίγγανος ξεμάκρυνε τραβώντας ξανά
τις δυο αργοβάδιστες αρκουδες και χάθηκε στο μούχρωμα,
η καρδιά μου με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι το δρόμον
οπού τέλειωνε στα ρείπια του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.
Κ’ η καρδιά μου ως εβάδιζα, βογγούσε:
«Θάρτει τάχα ποτέ, θα νάρτει η ώρα,
που η ψυχή τής αρκούδας και του γύφτου
κ’ η ψυχή μου που μυημένη τηνέ κράζω
θα γιορτάσουν μαζί;».
……
(Απόσπασμα απ’ το ποίημά του «Ιερά Οδός»)

Βλέπε και σχετικό τραγούδι στη Δ/νση:

Πίνακας του Δ. Κωστόπουλου