Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Οι «φοκάλες» (: φροκάλες, σκούπες, σάρωθρα) των γυναικών του Γέρμα Καστοριάς.

Εικ. 1. Πικροφόκαλη και βλαστός
κουκουδοφόκαλης
  Στα παλιά τα χρόνια, η ζωή των γυναικών στο χωριό Γέρμας Καστοριάς ήταν πολύ δύσκολη. Όλη την ημέρα εργάζονταν σκληρά στα κτήματα και το βράδυ επέστρεφαν κατάκοπες στις οικίες τους, όπου όμως δεν ξεκουράζονταν, αλλά φρόντιζαν τον αφέντη σύζυγο, τα μικρά παιδιά και τη γκρινιάρα πεθερά τους. Επίσης, μαγείρευαν το φαγητό τής άλλης ημέρας και «φοκαλνούσαν» (σκούπιζαν) και καθάριζαν ολόκληρο το σπίτι και την αυλή του.
  Το φοκάλισμα (σκούπισμα) το έκαναν με τριών ειδών φοκάλες (σκούπες), που κατασκεύαζαν οι ίδιες οι αγρότισσες με (από) κατάλληλα φυτά των βουνών και των χωραφιών τους. Αυτά τα τρία είδη της γερμανιώτικης φοκάλης παρουσιάζονται εν ολίγοις παρακάτω.
Εικ. 2. Στέλεχος κουκουδοφόκαλης
1)    Η κουκουδοφόκαλη (εικ. 1, 2,3,4).
        Η κουκουδοφόκαλη φτιάχνεται από το ομώνυμο φυτό, που είναι μία πόα αυτοφυούμενη στις βουνοπλαγιές και στις ακροποταμιές του Γέρμα. Απ΄ τη ρίζα του εν λόγω φυτού ξεπετιούνται κάθε Άνοιξη 5 – 10 λεπτοί βλαστοί ύψους περίπου 30 – 40 εκατοστών, που έχουν φύλλα χνουδωτά και σταχτοπράσινα, τα οποία όταν ξεραθούν ομοιάζουν με κουκούδια (κόμβους), εξ ου και η ονομασία κουκουδοφόκαλη. Οι βλαστοί αυτοί βγάζουν στην κορυφή τους λευκά και άοσμα άνθη.
  Οι Γερμανιώτισσες κόβουν κάθε Καλοκαίρι αρκετούς  βλαστούς κουκουδοφόκαλης, σχηματίζουν μ’ αυτούς ένα μάτσο, που το δένουν γερά με σπάγκο και φτιάχνουν τη σκούπα «κουκουδοφόκαλη», με την οποία παλαιότερα «φοκαλνούσαν» τ’ αλώνια και ξεδιάλεγαν το σιτάρι απ’ τα σκύβαλα.
Εικ. 3. Το φυτό κουκουδοφόκαλη
2)   Η πικροφόκαλη (εικ. 1,5,6,7).
     Η πικροφόκαλη κατασκευάζεται από ένα είδος άκανθας (γαϊδουράγκαθου), που έχει λεπτούς και σκληρούς βλαστούς, ύψους 40 – 50 εκατοστών περίπου, και που αυτοφύεται στ’ αμπέλια του Γέρμα. Η εν λόγω άκανθα λέγεται πικροφόκαλη, διότι ο χυμός των βλαστών της είναι πολύ πικρός. Οι αγρότισσες του Γέρμα έφτιαχναν, έως το έτος 1965, φοκάλες απ’ τους βλαστούς του αναφερόμενου φυτού, σκούπιζαν με αυτές τις αυλές των σπιτιών τους και απομάκρυναν τα σκύβαλα από τ’ αλωνισμένα σιτηρά τους.
Εικ. 4. Η σκούπα κουκουδοφόκαλη
3)    Η ψωμοφόκαλη (εικ. 8,9,10).
                    Η ψωμοφόκαλη κατασκευάζεται από το ομώνυμο φυτό, που το σπέρνουν κάθε χρόνο ανάμεσα στις καλαμποκιές τους οι γεωργοί του Γέρμα. Το εν λόγω φυτό αποτελείται από ένα καλάμι πολύ λεπτό, που φτάνει σε ύψος το 1,5 μ. περίπου, και που βγάζει στην κορυφή του μία ταξιανθία σε διάταξη κορύμβου.
Η ψωμοφόκαλη ήταν παλαιότερα η καλύτερη σκούπα του σπιτιού. Μ’ αυτήν σκούπιζαν οι γυναίκες το μαγειριό και τον φούρνο και μάζευαν τις ψίχες του ψωμιού απ’ τον «τράπεζο» (: κυκλικό τραπέζι ύψους 20 εκατοστών περίπου) και γι’ αυτό πήρε την υπόψη ονομασία.
Οι αγρότισσες του Γέρμα έκοβαν τα στελέχη - καλάμια της ψωμοφόκαλης και τα μετέφεραν σε ορισμένες γυναίκες του χωριού, οι οποίες - μόνον αυτές - γνώριζαν να τα δένουν και να τα «ράβουν» με σακοράφα και σπάγκο και να φτιάχνουν τις  όμορφες ψωμοφόκαλες.
Εικ. 5. Η σκούπα πικροφόκαλη


Εικ. 6. Πικροφόκαλη

Εικ. 7. Άνθη του φυτού πικροφάκαλη

Εικ. 8. Ψωμοφόκαλη του εμπορίου

Εικ. 9. Ψωμοφόκαλη

Εικ. 10. Ψωμοφόκαλη και φαράσι

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

Το φυτό άκανθα (του κορινθιακού κιονόκρανου) στις εξοχές του Γέρμα.

Ανθισμένες άκανθες στον Γέρμα
Η Άκανθα η ακανθώδης (Acanthus spinosus, L. 1753) είναι μια πολυετής πόα, πολύ κοινή στον Γέρμα Καστοριάς και γενικότερα σε όλη την Ελλάδα. Τα φύλλα της σχηματίζουν πυκνό ρόδακα στη βάση του φυτού. Τα άνθη της βγαίνουν ως πυκνή ταξιανθία, έχουν λευκό χείλος, πορφυρό κάλυκα και αγκαθωτά βράκτια. Ανθίζει από τον Μάιο σε ποικιλία βιοτόπων. Οι Αρχαίοι Έλληνες θαύμασαν την άγρια ομορφιά της, φιλοτέχνησαν τη μορφή της σε μάρμαρο κι επινόησαν το περίφημο κορινθιακό κιονόκρανο.
«Το ματωμένο χάδι της ακάνθας
Όπως το κορμί που δεν νογά, αλλά το νιώθει η τέχνη. Ή το κορμί που μάτωσε, μα το γιατρεύει η τέχνη. Έτσι κι η Ακάνθα η απαλή, η Άκανθα η ακανθώδης. Πλατιά φυλλώματα χαρίεντα κι η λόγχη της στητή. Όλη ένα αγκάθι, μη γελαστείς να την αγγίξεις. Κάτω απ’ τα ροζ, τα μωβ και τα λιλά μετάξια κεντούν βελόνες. Θυμήσου, πρόπερσι την ξερίζωσες που μάτωσε το απαλό σου μπρατσάκι, μα εκείνη ξαναπέταξε φύλλωμα απ’ την αρχή τον άλλο χρόνο. Και θριάμβευσε πάλι η λόγχη δίπλα στα ευγενέστατα γιασεμιά.
Βιότοπος άκανθας στην περιοχή Ράχη Κορησού
Αυτή είναι η μοίρα των αγρίων. Να έχουν χάρη ιδεατή που δεν χωράει στο σώμα. Μα η καλλονή ακόμα λαγοκοιμάται μες στο αγκάθι. Και η Άκανθος ανθοφορεί ακόμα μες σε φυλλώματα απροσπέλαστου λευκού μαρμάρου. Θρυλείται το όνομά της σε κιονόκρανα κορινθιακά». (Αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο από την jiagogina).

Μορφή άκανθας σε κορινθιακό κιονόκρανο
Συστάδα φυτών άκανθας

Ξυλόγλυπτες άκανθες σε τέμπλο
του Γέρμα, έτ. 1775.